Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Τα γαρύφαλλα πέθαναν

Έτσι σκόρπισε το χρώμα της η νύχτα απόψε, σαν νύφη θλιμμένη με πέπλο μαύρο που τυλίχτηκε γύρω του.

Κι άφησα και τα γαρύφαλλα από τα χέρια μου, τ' άφησα επιτέλους ελεύθερα, αφού δεν μπορούσα να τα κάνω ν' ανθίσουν πλάι σ' εμένα.

Τ' ακούμπησα στην καρδιά μου, χάρισα σ' αυτά τους χτύπους της και μύρισα ακόμα μια φορά τ' άρωμα τους.


Το άρωμα που δεν θα λησμονήσω ποτέ.

Είναι όμορφες οι αναμνήσεις θαρρούσες. Μα πάντα διαφωνούσα μαζί σου. Πως μπορεί όμορφο να είναι κάτι που σε πονά; Πως μπορώ ν' αγαπώ ό,τι με κομματιάζει;


Όχι, δεν είμαι δειλή. Μα ούτε κι ατσάλινη. 

Κι αν κομμάτι του εαυτού μου πια θεωρούνται, εγώ τις αρνούμαι. Δεν τις θέλω. Δεν τις χρειάζομαι και δεν θα επιτρέψω στα γαρύφαλλα μου να γίνουν ανάμνηση. Στου μυαλού μου τον κόσμο δεν θα δεχθώ να ζήσουν. 

Εγώ τ' αγάπησα μονάχα με την καρδιά μου κι εκεί θα είναι πάντα ζωντανά, θα μοιάζουν με ζωγραφιές, θα φέρνω την εικόνα τους στα μάτια μου όποτε θέλω. 

Δεν θα τα θυμάμαι, διότι δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. 

Σε αυτά  τα γαρύφαλλα που παραπονέθηκες πως δεν είχες κοντά σου, αυτά που αγάπησα, αυτά που ξεψύχησαν αλλά σου έδωσαν την καρδιά τους να ζει μέσα σου, δεν θα επιτρέψω ποτέ να γίνουν αναμνήσεις.

Αυτά τα γαρύφαλλα που ζήτησες, πέθαναν στα χέρια μου για να σε βρουν και να ζήσουν μαζί σου.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Στον παράδεισο έχω σημαδέψει ένα...Μεγανήσι



"Στον παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί..." Άφησα το βιβλίο μου για λίγο και το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στην ομορφιά του νησιού.

-Μεγανήσι! Αναφώνησα κι ύστερα χαμήλωσα τα μάτια μου στην άσφαλτο.
Αυτός είναι ο παράδεισος.

Ο δικός μου μικρός παράδεισος, που αν και το καλοκαίρι απέχει μια ανάσα ακόμα, εδώ η μαγεία του έχει ήδη αρχίσει να φανερώνεται.






Φυσά τ' αγέρι και δροσίζει τον τόπο καθώς μαζί του κουβαλά την μεθυστική μυρωδιά της θάλασσας. 

Και αναρωτιέμαι τι κάνω ακόμα εδώ;

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και κατηφόρισα στην αγαπημένη μου θάλασσα. Κάθισα οκλαδόν στην άμμο και πήρα λίγη στη χούφτα του χεριού μου. Την κράτησα τόσο σφιχτά, σαν να 'ταν το πολυτιμότερο πράγμα που κράτησα ποτέ.

Χαμογέλασα και πήρα βαθιά εισπνοή, μια εισπνοή γεμάτη όνειρα κι αναμνήσεις, γεμάτη καλοκαίρια και φεγγάρια, γεμάτη αγάπη κι έρωτα κι έπειτα ήρθε η εκπνοή μέσα στη φαντασία και στην ελπίδα, μέσα στη λησμονιά και στο παράπονο, μέσα σε μένα και στο Μεγανήσι.

Ναι, με αυτό μπορώ να παρομοιάσω πλήρως το νησί μου, με την ανάσα μου και μόνο.

Κοιτώ και χάνομαι στα αγαπημένα μου χρώματα, το πορτοκαλί κάνει τρελούς συνδυασμούς με το κίτρινο, γλυκά παιχνίδια με το κόκκινο και σε παρασύρει στο να ξεχάσεις για λίγο το μπλε του κόσμου.

Τα κύματα βρέχουν τα πόδια μου στην ακροθαλασσιά και μέσα στη μαγεία αυτή ένιωσα πως όλα τ' άστρα που μόλις είχαν αρχίσει να αχνοφαίνονται στον ουρανό έλαμπαν μόνο για μένα. Κρατούσα όλο τον κόσμο στα χέρια μου, τον είχα φυλακίσει στα μάτια μου, ζούσε και ζούσα εκεί.

Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω τον λόγο και τον τρόπο που μεταμόρφωνα πάντα τον ήλιο σε σελήνη κάθε φορά που βρισκόμουν στο νησί μου. Ούτε κατανόησα ποτέ πως είναι δυνατόν ακόμα κι ο ουρανός να διαφέρει εδώ. 

Στο Μεγανήσι πάντα ο κόσμος έμοιαζε με ζωγραφιές παιδιών, με όνειρα γραμμένα σε ένα φύλλο χαρτί τόσο αρμονικά μεταξύ τους, που πάντα θα έβρισκες λευκό μέσα στα σκοτάδια αρκεί να κοιτάξεις τη θάλασσα, θα ανακάλυπτες την αλήθεια μέσα στο ψέμα αν ύψωνες τα μάτια στον ουρανό κι αν όλο το νησί εξερευνούσε το βλέμμα σου, θα έβλεπες τη ζωή.

"Στον παράδεισο έχω σημαδέψει ένα...Μεγανήσι" Μονολόγησα κι άφησα την άμμο να γλιστρήσει από το χέρι μου.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Σιωπή

Σιωπή, σταμάτα πια να απαιτείς να χαμογελώ. Για ποια Ανάσταση μου ζητάς να μιλώ; Όταν η ψυχή μου καιρό τώρα νεκρή αρνείται τη ζωή μακριά σου.

Κατάλαβε επιτέλους πως το μόνιμο χαμόγελό μου, είναι τα χιλιάδες δάκρυα που ποτέ δεν σου επέτρεψα να δεις. Πως κάθε μου σιωπή είναι το πιο ηχηρό μου παράπονο.


Μάθε πως ο δικός μου ο γολγοθάς δεν έχει γνωρίσει τέλος, πως σε κάθε μου βήμα ουρλιάζει η καρδιά μου και σε ζητά. Βαραίνει μέσα μου και ο κάθε της χτύπος γίνεται ανυπόφορος.

Και τόσα χάδια, τόσα χέρια, τόσες αγκαλιές γύρω μου που πια δεν μ' αγγίζουν, με πνίγουν και καθώς κλείνω τα μάτια μου εύχομαι να μην ανοίξουν ξανά.

Τα λόγια τόσο των υπολοίπων όσο και τα δικά μου μοιάζουν άδεια, κενά κι αν τα χείλη μου έχουν ανάγκη να μείνουν σιωπηλά κανείς δεν το κατανοεί.

Μη με ρωτάς γιατί, κουράζονται οι λέξεις μου, χάνουν το νόημα τους όταν τις ακούν άλλοι πέρα από σένα.

Γι' αυτό σταμάτα να μου μιλάς για Ανάσταση, τα δικά μου καρφιά, το δικό μου αίμα κι ο δικός μου πόνος, ματώνουν ακόμα τη ζωή μου.




Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Να γίνω θάλασσα...

Όσα γυαλιά κι αν σκίσουν την σάρκα μου απόψε δεν θα με πονέσουν, δεν θα υποφέρω, δεν θα πω καν πως πονώ.

Όχι δεν είμαι από ατσάλι, μήτε και το σώμα μου τόσο δυνατό, μα αφού τα μάτια σου πήρες μακριά μου, κανένας άλλος πόνος δεν με ακουμπά.

Παίρνω μια ανάσα κι ύστερα άλλη μία, πιο βαθιά κι η επόμενη ακόμα βαθύτερη. Τα βήματά μου ως συνήθως είναι πιο γρήγορα από αυτά των περαστικών κι όσο η διαδρομή που αφήνω πίσω μου μεγαλώνει, τόσο πιο πολύ βιάζομαι και καθώς προσπαθεί άνθρωπος να με προφτάσει, εγώ περπατώ γρηγορότερα.



Ως που το περπάτημα γίνεται τρέξιμο, τρέχω σαν παιδί που θέλει να ξεφύγει από τις φωνές της μάνας που θα το μαλώσει για την αταξία του, σαν ζώο αθώο που το κυνηγούν, τρέχω μα ξέρω καλά πως από τον θάνατο δεν θα ξεφύγω, ούτε εγώ, ούτε και κανένας άλλος.

Την θάλασσα αυτή που περπατώ τα απογεύματα, θα ‘θελα στα δύο να χωρίσω, να την κάνω στεριά, να πατώ επάνω και στην άλλη άκρη της να με περιμένει η αγκαλιά σου. Να κάνω τον κόσμο τόσο μικρό που να μην του αφήσω περιθώρια να μας κρατά χώρια. Να πλάσω ένα αστέρι και να του δώσω τ’ όνομα σου, το πιο όμορφο όνομα στον κόσμο κι ύστερα κάθε φορά που θα το κρατάς, να θυμάσαι το πόσο σ’αγαπάω.

Πάντα μισούσα τη θάλασσα, έλεγα πως χωρίζει ό,τι στον κόσμο αγαπιέται κι είχα στον νου μου εμάς. Μα πόσο ανόητη ήμουν; Θεωρούσα αυτή την απόσταση αξεπέραστη και ξέχασα την απόσταση του ουρανού από τη γη.

Λίγοι μήνες ακόμα λοιπόν, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού και μάλιστα περισσεύουν τρία. Δεν τον φοβάμαι τον θάνατο, ακόμα κι αν αποφάσισε νωρίς να με κάνει συνταξιδιώτη του, μα έμαθα ν’ αγαπώ την θάλασσα και δεν προλαβαίνω όπως επιθυμώ να την απολαύσω.

Και τώρα που τα μάτια μου για πάντα θα σβήσουν, τώρα που το βαρύ χώμα θα σκεπάσει το ξεψυχισμένο μου κορμί, τώρα που θα φτάσω πιο κοντά στον Κύριο, εύχομαι να γίνω θάλασσα.

Μα το Θεό, τι ευχή; Απορώ κι εγώ η ίδια με τον εαυτό μου, αλλά τόσο πολύ σ’ αγάπησα που ξέχασα πως είναι το μίσος. Τόσο πολύ σε λάτρεψα που θα ‘θελα στιγμή να μη χάσω από τη ζωή σου.

Πως τόλμησα να το κάνω; Πως άντεξα να γνωρίζω πως θα σε πληγώσω; Πως μπόρεσα να σε ερωτευτώ και τώρα πως να χαθώ από τη ζωή σου;

Να ‘ξερα μονάχα πως τον θάνατο να τρομάξω για να μη σε πονέσω, τι λόγια να του πω για να τον συγκινήσω και να μ’ αφήσει να μείνω πλάι σου; Άραγε να βλέπει το χαμόγελό σου; Κι αν ναι, αχ, πως αντέχει να το κάνει δάκρυ;

Κλείνω τα μάτια και υψώνω τα χέρια στο Θεό που σε λίγο θα με πάρει κοντά του. Πλέκω τ’ όνομα σου με μεταξωτή κλωστή στα χείλη μου και σε κάνω ευχή.

“Σ’ αγαπώ και συγνώμη που το νιώθω” φωνάζω.
“Και θα σ’ αγαπώ σε κάθε μου ζωή, σε ό,τι κι αν υπάρχει μετά από εδώ, σε κάθε μου μορφή. Θα γίνω θάλασσα και θα ‘μαι πάντα η αγκαλιά σου”.